• ..μησέ τα!

    Υπάρχουν λογικά χάσματα

    που δεν καλύπτονται, πηδώντας

    το ένα επιχείρημα μετά το άλλο..

  • δώδεκα χρονών

    Κάποιες μέρες μοιάζανε χιονισμένες

    -μέρες ζεστές-

    που οι μανάδες ικετεύαν  για  πόρτες κλειστές

    και κλειστά παραθύρια,

    “τουλάχιστον μέχρι να φύγει το χτικιό, 

    Κώστα”

    εμείς παιδιά πατούσαμε με θράσος  

    στ” ανεμοσούρια που στοίβαζαν στις άκρες του δρόμου

    τ’ ολόλευκο σαν το  βαμβάκι χιόνι …

    αναθεματισμένες λευκές,  έλεγε ο ξυλοκόπος

    -που είχε μάθει καλά τα δέντρα σκοτώνοντας τα –

    σαπίζουν από μέσα τους πρώτα,  

    έπειτα σπάνε

    αναθεματισμένα δέντρα

    σαν άνθρωποι,  είναι οι λεύκες…

    τα βράδια σου έλεγα να τρυπώσουμε στην ταράτσα

    να δούμε πέρα απ’ τη λίμνη

    τι είναι πίσω απ’ ΄τα ψηλά βουνά

    είμαστε δώδεκα  χρονών,

    τα πάντα είναι εφικτά

  • να με θυμάσαι, θάλασσα

    Στάξε μου λίγη θάλασσα 

    στο καντήλι μου

    -κι άναψε μου το φυτίλι –

    Η θάλασσα είναι το λάδι

    στο καντήλι της αμνησίας

    Να με θυμάσαι θάλασσα

  • ναρκοπέδιο σώμα

    Ναρκοπέδιο σώμα 

    Βαδίζω επάνω σου 

    Με προσυνεννοημένη  

    -αμετροέπεια-

    Κάθε μου βήμα

    Κλίνγκ

    […]

    Πέντε

    Τέσσερα

    Τρία, δύο, ένα

    Στην επόμενη

    […]

    Κάθομαι απέναντι και σου μιλάω ακόμη

    Που θα έπρεπε να είμαι από χρόνια κομματιασμένος

  • κέλυφος

    Ένα τοίχος προθέσεων 

    Στου κάπου την άκρη

    Άμμος από ποτάμι

    -τα σπλάχνα του-

    και άλικο, στη  φωτιά πυρωμένο, χώμα

  • καγκελάρι*

    Καγκελάρι στο Κορφοβούνι (1954)

    Είμαι Σπιρτόξυλο

    Που Κρατάει Τους ελέφαντες 

    Δεμένους στη σκιά

    -Το ξυλάκι είμαι του Μπέιτσον-**

    Στο θανατηφόρο κύκλο

    του χορού Των μυρμηγκιών


    *Ο παραδοσιακός κυκλικός χορός της Ηπείρου που χορεύεται χωρίς μουσική

    ** Ο Μπέιτσον έλεγε ότι στην πορεία των μυρμηγκιών για την αναζήτηση τροφής παραμονεύει ένας θανάσιμος κίνδυνός. Τα μάτια του πρώτου να αντικρύσουν τα πίσω πόδια του τελευταίου. Αν θέλουμε να βοηθήσουμε τα μυρμήγκια να βγουν από αυτόν τον κύκλο του θανάτου δεν χρειάζεται να μελετήσουμε διεξοδικά τα πως και τα γιατί της κοινωνίας τους. Αρκεί να βάλουμε ένα ξυλάκι αναμεσά τους για να εκτρέψουμε την πορεία της καταστροφής.

  • φάσεις

    Σε όλες τις φάσεις

    -Πλην της μιας, που το φεγγάρι μας

    γεμίζει-

    Η έλλειψη μας καθορίζει,  μοναδικά

  • αλτσχάιμερ

    “Δεν είναι  ωκεανός!”

    […]

    Τον  κοιτάζει με κάποια  περιέργεια. 

    Διαγράφει  ένα βιαστικό περίπλου του ενυδρείου.

    Μόλις συνάντα  τα μάτια του,  σταματάει.

    Σα να θέλει   ν΄ αφουγκραστεί τα χείλη του. 

    “Δεν είναι ωκεανός!”

    Αυτό να λέει άραγε; 

    […]

    Έπειτα κινάει  και πάλι.

    Η μνήμη του χρυσόψαρου  

    επαρκεί για  έναν  κύκλο.

    Περίπου όσο κι η δική του…

  • έλα, φώτισε με

    Ελα ,

    είπε η δροσοσταλίδα του πρωινού

    στην ηλιαχτίδα. 

    Ελα κι αγκάλιασέ με, 

    ζέστανε το σώμα μου

    Εξάτμισέ με. 

    Κάποια δάκρυα γίνονται νέφη

    στα κλαδιά των δέντρων 

    που διακρίνουν

    μόνο τα μάτια των ερωτευμένων.

  • ο συγγραφέας στο εδώλιο

    Βασισμένο στο The Most Beautiful Woman In Town,” a short story by Charles Bukowski

    Απολογία 

    Κάποτε, κύριοι Δικαστές

    θα τέλειωνε κι αυτό

    δεν ήταν δίκη μου επιλογή

    -όλες οι ιστορίες μας τελείωνουνε με κάποιο τρόπο-

    κι αν έκλεψα λίγη απ΄την φρεσκάδα της,

    το παραδέχομαι

    (για κλοπή πρέπει να δικαστώ

    όχι για φόνο)

    συλλογιστείτε όμως,

    αν όντως το εδώλιο μου πρέπει,

    τι να την κάνει άραγε ο νεκρός την φρεσκάδα;

    Έδωσα και χρόνο, κόπο, έδωσα αγάπη

    σε ένα σώμα κειμένου,

    έδωσα ζωή

    υπόσταση της έδωσα!

    Συνήγορος κατηγορίας

    Είναι ένας θλιβερός τυχοδιώκτης,

    της έδωσε αγάπη για την πλάσει

    -κατά πως η αγάπη του την ποθούσε-

    μα εκείνη, χεσμένη την είχε

    την έπλασε όμορφη στην φαντασία του

    μα δεν υπήρξε για εκείνον, όχι όμορφη, τίποτε δεν υπήρξε

    -μια σκιά, μια ονειροπόληση

    στο νου του ήταν –

    κι αν πέθανε εντέλει, σκεφτείτε

    – μικρο το κακό

    ποιος να δικάσει άραγε,

    για τον νεκρό σαν πέθανε

    Μα εκείνος την ξ-έγραψε

    με μια του λέξη,

    Αλλά ακούστε, εκείνος την σκότωσε

    Εκείνος την έπλασε

    Εκείνος την έδιωξε (και είπε

    τάχαμου πως ήταν εκείνη,

    πως θα μπορούσε;)

    ένα κορίτσι της φαντασίας

    να μείνει ή να φύγει

    εκείνος, Θεός

    την μοίρα της όρισε

    με μια του λέξη

    αυτοκτονία, την ξ-εγράψε

    πως πνίγηκε έγραψε

    αν έγραφε γάμος

    -θα παντρευόταν-

    αν έγραφε ξενιτιά

    -σε πλοίο θα μπαίνανε

    θα ήταν μαζί του-

    αλλά νεκρή την χρειαζόταν

    την ιστορία που έγραφε νοιάστηκε

    εκείνος Ον,

    εκείνη νεκρή

    και πως να το κάνουμε

    δεν έχουν φωνή

    ποτέ οι νεκροί.

    Ετυμηγορία

    το δικαστήριο βρίσκει τον κατηγορούμενο ένοχο και του επιβάλλει την ποινή της στέρησης παντελώς συγγραφικού δικαιώματος επί του θανάτου της παθούσης.