Κατηγορία: Blog

  • Θέλω να γράψω κάτι
    Θέλω να γράψω κάτι
    που να μην έχει λέξεις
    Μήτε σημεία της στίξης
    θαυμαστικά,
    κόμματα, άνω τελείες, ερωτηματικά,
    τελείες.
    Θέλω να γράψω κάτι περιττό
    στο άχραντο λευκό
    της σιωπής του.
    Θέλω να πω κάτι που δεν έχει ειπωθεί,
    που δεν θα μπορούσε να έχει ειπωθεί εξαλλου
    μα αυτό σαράκι της ζωή μου -κα ποιος-
    να γίνω που είπε κάτι που δεν έχει ειπωθεί
    μα ποιος
    και γιατί
    να γράψει
    κάτι που δεν γίνεται να διαβαστεί
    από κάποιους
    θέλω να γράψω κάτι απρόσιτο στις σκέψεις του
    να γράψω σε γλώσσα που δεν είχε μιληθεί
    -κι ούτε που πρόκειται-
    θέλω να γινώ ο κάποιος που θα γράψει κάτι
    για κάποιους
    θέλω να γράψω στη γλώσσα που μιλάει το σώμα
    ένα χαμόγελο να γράψω, ένα χασμουρητό, το λίκνισμα των γοφών
    να γράψω ένα δάκρυ ακόμη
    όχι να ζωγραφήσω
    αυτό που θέλω να πω δεν είναι εικόνα
    ούτε μεταφορά και πρόθεση δεν είναι καν τέχνη
    αυτό που θέλω είναι η αφαίρεση
    να γράψω ευκρινώς δίχως μια λέξη
    το μείον να προσθέσω σε μια κόλλα χαρτί
    κι ως το διαβάζει καθείς
    ότι νομίζει ότι έγραψα ας φανταστεί
    ότι νομίζω πως έγραψα κι εγώ, έγραψα…

  • Σαν πιεις τον ήλιο και ποτίσει η σάρκα σου

    μικρός θεός γεννιέσαι εκ νέου

    από άμμο , απ’ αλάτι κι απ’ αγέρα

    στ’ αλμυρίκια και τις ολόλευκες στέπες

    φορείς τη γύμνια του διάφανου

    και τα φύκια πανωφόρι

    πάνω στις καυτές πέτρες

    που ξαποσταίνεις ως σκια

    θρεφόμενη με φώς και όνειρα αποξηραμένα

    από καλοκαίρια που περάσανε

  • ένα γραπτό

    γράφει,

    δεν γράφτηκε

     ….

    κάποιες  σειρές αμήχανες τελείες

    που σημαδεύουν το κενό τους

    …..

    μοιάζουνε σφαίρες

    που ξεχύνονται απ’ τα πλήκτρα

    και  κροταλίζουν τον θυμό τους

    ….

    σκοτώνοντας

    με όσα δεν λένε

  • άμωμη σύλληψη του πνεύματος,

    δι-ανθίζοντας τα πονήματα μας

    αυξάνοντας εκ-θετικώς 

    τις αμυδρές πιθανότητες ..

  • σε κινούμενη άμμο στυλώνεις τα πόδια σου

    και πιστεύεις  ότι έτσι  ψηλώνει ο κόσμος 

    μα ο κόσμος δεν ψηλώνει 

    βυθίζεσαι, εσύ

    λες είμαι 

    και κάθε είμαι

    βαραίνει στις πλάτες  σου

    κι ο κόσμος διαρκώς για σένα ψηλώνει 

    και διαρκώς  βυθίζεσαι, εσύ

    αν το καλοσκεφτείς,  

    δεν έχει ο κόσμος ανάγκη  να ψηλώσει 

    ούτε ο πνιγμός σου θα κάνει διαφορά στο βάλτο

    ο βάλτος είναι μια σκέψη,

    όπως σκέψη είναι ο κόσμος,

    κι ο πνιγμός σου,

    όπως σκέψη είσαι κι εσύ

    το είμαι σε βαραίνει 

    -άλλαξε το-

    Πες πράττω, ποιώ, συμπεριφέρομαι 

    τόσες σωτήριες λέξεις σε τραβάνε από τα μαλλιά

  • δεν ήταν κάτι το πραγματικά  σπουδαίο

    έτεινα  τις παλάμες μου στα  φορτωμένα σύννεφα

    -μια γούρνα   σχημάτισαν τα χέρια μου-

    περίμενα αρκετά την βροχή

    -σε τούτα τα μέρη δεν βρέχει συχνά –

    τ’ αδέσποτα πίνουν νερό απ’  τα χώματα 

    απ’ τις στέρνες 

    απ’ τα ρείθρα των δρόμων 

    απ’  τα καπάκια των υπονόμων 

    -για τ’ αδέσποτα μεριμνούν οι ουρανοι –

    οι  αποστάξεις  περιττεύουν

    καθώς τ’  αδέσποτα είναι ανθεκτικά 

    στις πάσης φύσεως ακαθαρσίες

    δεν έκανα κάτι σπουδαίο το λοιπον

    λίγο τους πρόσφερα 

    απ ‘ την  αίσθηση που δίνει η σάρκα 

    στα διψασμένα χείλη

  • Με εκδικείται το σώμα μου υποθέτω,

    πως να εξηγηθούν αλλιώς οι τρομερές μαχαιριές

    ανάμεσα στο στήθος,

    λίγο πάνω και προς τα πίσω

    από την ξιφοειδή απόφυση;

    Με εκδικείται η φαντασία μου

    με έναν πόνο διαπεραστικό

    στο σημείο ακριβώς 

    που θα έπρεπε να βρίσκεται η καρδιά μου.

  • Κάποια νυχτιά

    (μέσα στη πλήξη και το  φόβο μου)

    στο πιο ψηλό  σκαλώνω το κατάρτι της ζωής μου

    και δίνω  μια στο πέλαγο..

    -στερεύω τις  θάλασσες

    στεγνώνω αγάπη, μέσα μου

    τις λέξεις σου΄-

    με ότι  θαρρούσα για γενναίο

    και ότι θαρρούσα  για δειλό

    για ότι στη ράτσα μου έλαχε  ως λύση

    στο  παραμάζωμα τ’  ανέμου, την αισχύνη

    και  κάποιου  γλάρου το σαρδόνιο χαμόγελο

    και  μια  επίτοκο γοργόνα -θα προσέθετα –

    σε μια  φωλιά -ενδημικών του πουθενά-  πτηνών

    κατάξανθη μανά  ολόμαυρων παιδιών

    στο σουρεάλ των καταστάσεων

    (με πόσο  χρώμα αναρωτιέμαι ξέμεινα εδώ !)

    βυθίζομαι  σε  κάποιο  ρήμα, 

    υποθέτω στο «πνίγομαι»

    μα  έρχεται  η σκέψη – η έσχατη – της σωτηρίας

    πως  τάχα μου φτερά  για χέρια- είχα – όχι χέρια

    πως τάχα είχα μια  ουρά ψαριού

    κι είχα ή  δεν είχα  αλήθεια να πετάξω όφειλα

    ή ίσως όφειλα να κολυμπήσω

    αφού εγώ είμαι ο  ποιητής κι αυτό είναι το ποίημα

    (είχα δεν είχα κάπως τελικά επέζησα

    είχα δεν είχα κάπως έγραψα)

    κάνω να διπλωθώ – που λέτε ευαίσθητοι μου-

    να βουτηχτώ  βαθιά μες την δική μου διαφάνεια

    – ήλιος χαρά θεού-  δεν βλέπω τίποτα

    μια άσπρη μπέρτα  έντυσε τ’ ολούθε μου

    μια ατέλειωτη θάλασσα από λίπη και από λέπια

    (γοργόνα  ψάρι -εγώ – μισό –   

    το άλλο μισό μια  μύγα)

    να κολυμπώ σε ένα ποτήρι

    -με όλη τη νύχτα να  γαλατο- δέρνομαι –

    να ξημερώνομαι σε  κρυσταλλένια  βράχια

    εμπρός μου  κέρσορας αναβοσβήνει  

    καθώς  κινεί  -κάθε  της μπάρας χτύπημα ή της μοίρας του-

    κι ο γλάρος (που κι αυτόν  φαντάστηκα) –  αχρείοι μου

    παραφυλάει πάντα  από ψηλά ..

  • Να υποκλίνεσαι με την αυλαία κλειστή

    (να κρατούν ορθάνοιχτα τα βλέφαρά τους)

    Να παρουσιάζεις την αλήθεια σου

    στην κατάμεστη πλατεία

    (και να έχουν παραδοθεί 

    σε ύπνο βαθύ ..)

  • “ἔστιν γάρ, ὦ Σώκρατες, ἔφη, οὐ τοῦ καλοῦ ὁ ἔρως, ὡς σὺ οἴει. Ἀλλὰ τί μήν; Τῆς γεννήσεως καὶ τοῦ τόκου ἐν τῷ καλῷ.”  Γιατί, Σωκράτη, ο έρωτας δεν ποθεί το ωραίο, όπως φαντάζεσαι». «Αλλά τί ποθεί λοιπόν;» «Τη γέννα και τον τοκετό μες στην ομορφιά».Πλάτωνας, Συμπόσιον Μετάφραση (2004): Ηλίας Σπυρόπουλος, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος. 

    Κύτος του ωκεανού των αισθημάτων. Είδος σπάνιο και απειλούμενο. Διαβιεί σε μεγάλα και σκοτεινά βάθη. Ενίοτε – και για λόγους επιβίωσης, αναδύεται στο μέσο  αχαρτογράφητων υδάτων. Επιστρέφει γρήγορα στο φυσικό του περιβάλλον, έχοντας στο μεταξύ καταβροχθίσει ένα σμήνος αποπροσανατολισμένων αστεριών