Βασισμένο στο The Most Beautiful Woman In Town,” a short story by Charles Bukowski
Απολογία
Κάποτε, κύριοι Δικαστές
θα τέλειωνε κι αυτό
δεν ήταν δίκη μου επιλογή
-όλες οι ιστορίες μας τελείωνουνε με κάποιο τρόπο-
κι αν έκλεψα λίγη απ΄την φρεσκάδα της,
το παραδέχομαι
(για κλοπή πρέπει να δικαστώ
όχι για φόνο)
συλλογιστείτε όμως,
αν όντως το εδώλιο μου πρέπει,
τι να την κάνει άραγε ο νεκρός την φρεσκάδα;
Έδωσα και χρόνο, κόπο, έδωσα αγάπη
σε ένα σώμα κειμένου,
έδωσα ζωή
υπόσταση της έδωσα!
Συνήγορος κατηγορίας
Είναι ένας θλιβερός τυχοδιώκτης,
της έδωσε αγάπη για την πλάσει
-κατά πως η αγάπη του την ποθούσε-
μα εκείνη, χεσμένη την είχε
την έπλασε όμορφη στην φαντασία του
μα δεν υπήρξε για εκείνον, όχι όμορφη, τίποτε δεν υπήρξε
-μια σκιά, μια ονειροπόληση
στο νου του ήταν –
κι αν πέθανε εντέλει, σκεφτείτε
– μικρο το κακό
ποιος να δικάσει άραγε,
για τον νεκρό σαν πέθανε
Μα εκείνος την ξ-έγραψε
με μια του λέξη,
Αλλά ακούστε, εκείνος την σκότωσε
Εκείνος την έπλασε
Εκείνος την έδιωξε (και είπε
τάχαμου πως ήταν εκείνη,
πως θα μπορούσε;)
ένα κορίτσι της φαντασίας
να μείνει ή να φύγει
εκείνος, Θεός
την μοίρα της όρισε
με μια του λέξη
αυτοκτονία, την ξ-εγράψε
πως πνίγηκε έγραψε
αν έγραφε γάμος
-θα παντρευόταν-
αν έγραφε ξενιτιά
-σε πλοίο θα μπαίνανε
θα ήταν μαζί του-
αλλά νεκρή την χρειαζόταν
την ιστορία που έγραφε νοιάστηκε
εκείνος Ον,
εκείνη νεκρή
και πως να το κάνουμε
δεν έχουν φωνή
ποτέ οι νεκροί.
Ετυμηγορία
το δικαστήριο βρίσκει τον κατηγορούμενο ένοχο και του επιβάλλει την ποινή της στέρησης παντελώς συγγραφικού δικαιώματος επί του θανάτου της παθούσης.