δεν ήταν κάτι το πραγματικά σπουδαίο
έτεινα τις παλάμες μου στα φορτωμένα σύννεφα
-μια γούρνα σχημάτισαν τα χέρια μου-
περίμενα αρκετά την βροχή
-σε τούτα τα μέρη δεν βρέχει συχνά –
τ’ αδέσποτα πίνουν νερό απ’ τα χώματα
απ’ τις στέρνες
απ’ τα ρείθρα των δρόμων
απ’ τα καπάκια των υπονόμων
-για τ’ αδέσποτα μεριμνούν οι ουρανοι –
οι αποστάξεις περιττεύουν
καθώς τ’ αδέσποτα είναι ανθεκτικά
στις πάσης φύσεως ακαθαρσίες
δεν έκανα κάτι σπουδαίο το λοιπον
λίγο τους πρόσφερα
απ ‘ την αίσθηση που δίνει η σάρκα
στα διψασμένα χείλη