η μύγα

Κάποια νυχτιά

(μέσα στη πλήξη και το  φόβο μου)

στο πιο ψηλό  σκαλώνω το κατάρτι της ζωής μου

και δίνω  μια στο πέλαγο..

-στερεύω τις  θάλασσες

στεγνώνω αγάπη, μέσα μου

τις λέξεις σου΄-

με ότι  θαρρούσα για γενναίο

και ότι θαρρούσα  για δειλό

για ότι στη ράτσα μου έλαχε  ως λύση

στο  παραμάζωμα τ’  ανέμου, την αισχύνη

και  κάποιου  γλάρου το σαρδόνιο χαμόγελο

και  μια  επίτοκο γοργόνα -θα προσέθετα –

σε μια  φωλιά -ενδημικών του πουθενά-  πτηνών

κατάξανθη μανά  ολόμαυρων παιδιών

στο σουρεάλ των καταστάσεων

(με πόσο  χρώμα αναρωτιέμαι ξέμεινα εδώ !)

βυθίζομαι  σε  κάποιο  ρήμα, 

υποθέτω στο «πνίγομαι»

μα  έρχεται  η σκέψη – η έσχατη – της σωτηρίας

πως  τάχα μου φτερά  για χέρια- είχα – όχι χέρια

πως τάχα είχα μια  ουρά ψαριού

κι είχα ή  δεν είχα  αλήθεια να πετάξω όφειλα

ή ίσως όφειλα να κολυμπήσω

αφού εγώ είμαι ο  ποιητής κι αυτό είναι το ποίημα

(είχα δεν είχα κάπως τελικά επέζησα

είχα δεν είχα κάπως έγραψα)

κάνω να διπλωθώ – που λέτε ευαίσθητοι μου-

να βουτηχτώ  βαθιά μες την δική μου διαφάνεια

– ήλιος χαρά θεού-  δεν βλέπω τίποτα

μια άσπρη μπέρτα  έντυσε τ’ ολούθε μου

μια ατέλειωτη θάλασσα από λίπη και από λέπια

(γοργόνα  ψάρι -εγώ – μισό –   

το άλλο μισό μια  μύγα)

να κολυμπώ σε ένα ποτήρι

-με όλη τη νύχτα να  γαλατο- δέρνομαι –

να ξημερώνομαι σε  κρυσταλλένια  βράχια

εμπρός μου  κέρσορας αναβοσβήνει  

καθώς  κινεί  -κάθε  της μπάρας χτύπημα ή της μοίρας του-

κι ο γλάρος (που κι αυτόν  φαντάστηκα) –  αχρείοι μου

παραφυλάει πάντα  από ψηλά ..