δώδεκα χρονών

Κάποιες μέρες μοιάζανε χιονισμένες

-μέρες ζεστές-

που οι μανάδες ικετεύαν  για  πόρτες κλειστές

και κλειστά παραθύρια,

“τουλάχιστον μέχρι να φύγει το χτικιό, 

Κώστα”

εμείς παιδιά πατούσαμε με θράσος  

στ” ανεμοσούρια που στοίβαζαν στις άκρες του δρόμου

τ’ ολόλευκο σαν το  βαμβάκι χιόνι …

αναθεματισμένες λευκές,  έλεγε ο ξυλοκόπος

-που είχε μάθει καλά τα δέντρα σκοτώνοντας τα –

σαπίζουν από μέσα τους πρώτα,  

έπειτα σπάνε

αναθεματισμένα δέντρα

σαν άνθρωποι,  είναι οι λεύκες…

τα βράδια σου έλεγα να τρυπώσουμε στην ταράτσα

να δούμε πέρα απ’ τη λίμνη

τι είναι πίσω απ’ ΄τα ψηλά βουνά

είμαστε δώδεκα  χρονών,

τα πάντα είναι εφικτά

Posted on